Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 28 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2016
Toῦ Ἀσώτου: Λουκ. ιε΄ 11-32



Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐ­­­­πέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. ῏Ην δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.
ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ
«Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρός... καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι»
    Φτώχεια, πείνα, ἀνεργία, ἐκμετάλλευ­ση, στερήσεις... Δραματικὲς καταστάσεις­ ποὺ καθημερινὰ γίνονται ἁπτὴ πραγ­μα­τικότητα καὶ στὴ δική μας χώ­ρα. Αὐ­τὸ τὸ τραγικὸ κατάντημα τοῦ ἀν­θρώ­που, ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπο­τυπώ­νεται πολὺ ρεαλιστικὰ στὴν Παρα­βολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ, ποὺ μᾶς παρουσιάζει τὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. 
    Ἤθελε ἀνεξαρτησία ὁ νέος ἐκεῖνος. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ πῆρε τὸ μερίδιο τῆς περιου­σίας του, ἔφυγε μακριὰ ἀπὸ τὸ σπί­τι τοῦ πατέρα του. Ποῦ κατέληξε ὅμως; Ἂς προσ­έξουμε κάπως περισσότερο τὸ θλι­βε­­ρό του κατάντημα, γιὰ νὰ ἐντο­πί­σου­με με­­ρι­κὲς ἀπὸ τὶς τραγικὲς συνέπειες τῆς ἀπο­στασίας ἀπὸ τὸν Θεό.
1. ΟΔΥΝΗΡΕΣ ΣΤΕΡΗΣΕΙΣ
    Μία πρώτη συνέπεια τῆς ἀποστασίας ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι οἱ ὀδυνηρὲς στερήσεις. Ὁ νεότερος υἱὸς τῆς Παραβολῆς ξόδεψε ὅλη τὴν περιουσία του στὴν ἄσωτη ζωή. Ἔφτασε λοιπὸν κάποτε στὸ σημεῖο νὰ μὴν ἔχει χρήματα οὔτε γιὰ τὴν ἀναγκαία τροφή του. Συνέβη μάλιστα­ νὰ ἐπέλθει καὶ «λιμὸς ἰσχυ­ρός», δη­­λαδὴ πείνα ποὺ ἐξαπλώθηκε σὲ ὅλη τὴν περιοχή, κι ἔτσι ἡ κατάστα­σή του ἐπι­δει­νώθηκε. Τόσο πολὺ ὑπέφερε ἀπὸ τὴν πείνα, ὥστε ζητοῦσε νὰ φάει ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα ποὺ ἔτρωγαν οἱ χοῖροι. Κι ὅμως οὔτε αὐτὰ δὲν τοῦ ἔδι­ναν... Τί ἐλεεινὸ κατάντημα! 
    Ἀκόμη πιὸ ἄθλιο ὅμως εἶναι τὸ κατάν­τημα τοῦ ἁ­­­μαρ­­τωλοῦ. Ἐνῶ ἀρχικὰ ἀπο­λαμβάνει μία ζωὴ ἀνέσεων καὶ ἡ­­­δονῶν, σύντομα ἀρχίζει νὰ βιώνει τὶς τρα­γικὲς ἐπιπτώσεις τῆς ἁμαρτίας στὴ ζωή του. Οἱ καταχρήσεις, τὰ ξενύχτια καὶ γενικὰ ἡ ἀνήθικη ζωὴ καταστρέφουν τὴν ὑγεία του, κλονίζουν τὴ σχέση του μὲ τὰ πλέον φιλικά του πρόσωπα, δημιουργοῦν μέσα στὸ ἐσωτερικό του ἀηδία καὶ τύψεις. Αὐτὸς ποὺ νόμιζε ὅτι μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ θὰ εἶχε ὅ,τι ἤθελε, τελικὰ στερεῖται τὰ πάντα! Αἰσθάνεται ἕνα τεράστιο κενὸ μέσα στὴν ψυχή του. Γιατί; Διότι τοῦ λείπει ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς καὶ εὐτυχίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Τωβίτ, ἐκεῖνος ὁ θεοσεβούμε­νος­ πατέρας, συμβούλευε τὸν γιό του: «Πρόσεχε σεαυτῷ, παιδίον... ἡ γὰρ ἀ­χρει­­ότης μήτηρ ἐστὶ τοῦ λιμοῦ» (Τωβ. δ΄ 12-13). Δηλαδή: Πρόσεχε, παιδί μου, διότι ἡ κα­­κία καὶ ἡ ἀνηθικότητα γεν­νᾶ τὴ φτώχεια­ καὶ τὴν πείνα. Πόσο ἐπαλη­θεύ­­εται πρά­γματι ἡ ἀ­­λήθεια αὐτὴ στοὺς και­ροὺς ἀπο­στασίας ποὺ ζοῦμε!
2. ΕΞΕΥΤΕΛΙΣΤΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ
    Ἄλλη συνέπεια τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς­ εἶναι ἡ ὑποδούλωση στὰ πάθη. Ὁ ἄσω­-­τος υἱός, ποὺ ἀναζητοῦσε τὴν ἐλευ­θερία του μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ πατέρα, τελικὰ κατέληξε νὰ γίνει δοῦλος σὲ κά­ποιον ἀπὸ τοὺς πολίτες τῆς χώρας ἐκείνης γιὰ νὰ βόσκει χοίρους! 
    Αὐτὸ παθαίνει καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ φεύγει μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ζήσει­ δῆθεν ἀπελευθερωμένος ἀπὸ τὰ «μὴ» καὶ τὰ «ὄχι» τῶν θείων ἐντολῶν: σταδι­α­κὰ ὁδηγεῖται στὴ χειρότερη καὶ πιὸ ἐξευ­τελιστικὴ δουλεία. Ὁ ἀπόστολος Πέ­τρος γράφει ὅτι πολλοὶ μιλοῦν γιὰ ἐλευ­θερία, ἐνῶ οἱ ἴδιοι ἔχουν γίνει σκλάβοι­ τῆς δια­φ­θορᾶς καὶ τῆς ἁμαρτίας: «Ἐλευθερίαν αὐ­τοῖς ἐπαγγελλόμενοι, αὐτοὶ δοῦλοι ὑ­πάρχοντες τῆς φθορᾶς». Διότι στὸ πάθος­ στὸ ὁποῖο ἔχουν νικηθεῖ, σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς­ ἔ­­­χουν ὑποδουλωθεῖ (Β΄ Πέτρ. β΄ 19). Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς βεβαιώνει ὅτι «πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁ­­­μαρ­­τίας» (Ἰω. η΄ 34). Αὐτὸ μαρτυρεῖ καὶ ἡ πείρα τῆς καθημε­ρινῆς ζωῆς: Πόσοι­ ἄν­­­­θρωποι βρίσκον­ται ἁλυσοδεμένοι μὲ ἰσχυ­­­ρὲς ἐ­ξ­αρτή­σεις ὅπως τὸ ἀλκοόλ, τὸ τσιγάρο, τὰ τυ­χερὰ παιχνίδια... Πόσοι εἶναι αἰ­χμά­λω­τοι στὸ πάθος τοῦ θυμοῦ, τοῦ ψεύδους ἢ κάθε ἄλλης ἁμαρτωλῆς συνή­θειας...
    Μόνο ὅσοι ἀκολουθοῦν μὲ συνέπεια τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου μποροῦν νὰ ζήσουν ἐλεύθεροι κι ἀδέσμευτοι ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν παθῶν, τὴν ἐπιρροὴ τοῦ κόσμου καὶ τὴν κυριαρχία τοῦ διαβόλου. Αὐτὸν τὸν δρόμο τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας μᾶς ἔ­­­δει­­ξε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος εἶ­­πε: «Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλή­θεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰω. η΄ 32-36). 
    Καθὼς μελετοῦμε τὴν Παραβολὴ τοῦ Ἀ­­­σώτου, τὸν ἀνεκτίμητο αὐτὸ πνευματικὸ θησαυρὸ ποὺ μᾶς παρέδωσε ὁ θεῖος Δι­δάσκαλος, εἶναι εὐκαιρία νὰ κάνουμε μία εἰλι­κρι­νὴ αὐτοκριτική: Μήπως κι ἐμεῖς ­μοιά­ζουμε μὲ τὸν Ἄσωτο, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁμι­λεῖ ὁ Χριστός; Πράγματι· πολλοὶ ἀπὸ ἐ­­­­­μᾶς, σὰν τὸν Ἄσωτο, ἀπομακρυνθήκαμε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀκολουθώντας τὰ ἐ­γωι­στικὰ θελήματα καὶ τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη μας, ὁδηγηθήκαμε σὲ αὐτὸ τὸ τραγικὸ ἀ­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­διέ­ξ­οδο. Ἂν τὸ συνειδητοποιήσουμε αὐ­τό, τότε θὰ ἀνακαλύψουμε καὶ τὴ μόνη­ διέξ­οδο στὴ σημερινὴ κρίση: τὴ μετάνοια­ καὶ τὴν ἐπιστροφὴ στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Ἐκεῖ ποὺ μποροῦμε νὰ ἀ­­­πολαμ­βά­νουμε τὴν ἀναφαίρετη χα­ρά, τὴν πρα­γματικὴ ἐλευθερία, τὴν ἀδια­τά­ρακτη ψυ­χικὴ ἰσορροπία καὶ εἰρήνη.

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Συντάκτης επίσκοπος Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης

Κυριακή Τελώνου & Φαρισαίου(Λουκ. 18,10-14) 

ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ ΤΑΠΕΙΝΩΘΕΙΤΕ

ΕΑΝ, αγαπητοί μου, ρίξουμε μια ματιά γύρω στη φύση, θα δούμε κάτι εκπληκτικό ότι όλα τα δημιουργήματα προσεύχονται, καθένα με τον τρόπο του. Ή θάλασσα ευχαριστεί το Θεό με το φλοίσβο των κυμάτων της, το ρυάκι με το κελάρυσμά του, τα δέντρα με το θρόισμα των φύλλων τους, τα πουλιά με τη μελωδία τους, τα άστρα με το φως τους πού τρεμοσβήνει... Είδατε και την όρνιθα όταν πίνη νερό; σε κάθε γουλιά σηκώνει το κεφάλι ψηλά, σα να λέει «Θεέ μου, σ' ευχαριστώ».
Από το ιερό αυτό προσκλητήριο μπορούσε ν' απουσιάζει Ο άνθρωπος; Και ό άνθρωπος προσεύχεται. Από τα παιδικά μας χρόνια ή καλή μητέρα μας έμαθε να σταυρώνουμε τα χεράκια μπροστά στο εικόνισμα της Παναγιάς και να ψελλίζουμε μια απλή προσευχή στον ουράνιο Πατέρα - αλησμόνητες στιγμές. Αργότερα μάθαμε κοντά στ' άλλα παιδιά να απαγγέλλουμε στην εκκλησία το «Πάτερ ημών» και το «Πιστεύω» και μαζί με όλο το εκκλησίασμα να παρακαλούμε τον Κύριο μας.

Ή ευγενεστέρα εκδήλωση της ανθρωπινής καρδίας είναι ή ώρα της προσευχής. Το κτίσμα επικοινωνεί με το Δημιουργό του. είναι ή στιγμή πού ό άνθρωπος αισθάνεται την ανάγκη να ευχαρίστηση για τις τόσες ευεργεσίες, άλλα και ή στιγμή πού, γεμάτος θλίψη και μη έχοντας ελπίδα βοηθείας, καταφεύγει στην παντοδυναμία του και ζητάει βοήθεια και προστασία.

Άλλα, αδελφοί μου, τι βλέπω, τι ακούω; Ό άνθρωπος και την ώρα αύτη τη βεβηλώνει την ώρα της προσευχής αμαρτάνει. Μα πώς; Την απάντηση μας δίδει ό Χριστός με τη σημερινή παραβολή του τελώνου και του φαρισαίου.

Ό Κύριος μας μεταφέρει στο ναό του Σολομώντος εν ώρα προσευχής των Ιουδαίων. Ό άνθρωπος εκεί ένιωθε την παρουσία του Θεού, ότι ό Θεός κατεβαίνει σ' αυτόν και αυτός ανυψώνεται στο Θεό. Πλήθη, λοιπόν, μπαίνουν στο ναό με ευλάβεια, για να προσευχηθούν. Οι κινήσεις και ή στάσι τους είναι αθόρυβες.

Την ιερότητα όμως αυτή διαταράσσει κάποιος. είναι ό φαρισαίος. τι κάνει αυτός; Αποφεύγει τους άλλους, βαδίζει μόνος. Το βάδισμα του υπερήφανο, το παράστημα του αγέρωχο. Θεωρεί, ότι αυτός είναι άγιος, δίκαιος, καθαρός δέ' συμφύρετε με άλλους, μη τυχόν τον μολύνουν. Επί τέλους εισέρχεται με θόρυβο. Πρέπει οι άλλοι να σταματήσουν και να στρέψουν το βλέμμα σ' αυτόν. Μία προσευχή πρέπει ν' ακουστή, ή δική του. Κατευθύνεται λοιπόν στο μέσον του ναού και σηκώνει τα χέρια για ν' αρχίσει να προσεύχεται σε τόνο υψηλό.

Άλλ' αυτό δεν είναι προσευχή. Ή προσευχή του φαρισαίου είναι εμπαιγμός του Θεού. Δεν σκέφθηκε, ότι απέναντι του δεν έχει κανένα απλοϊκό Ιουδαίο άλλ' εκείνον πού τρέμουν τα σύμπαντα. Φουσκωμένος από εγωισμό δεν εννοεί να σκύψει το κεφάλι, να γονατίσει και να ζήτηση έλεος. Και αρχίζει λοιπόν.

Αρχίζει με το «ευχαριστώ» (Λουκ. 18,11). Για ποιο πράγμα άραγε ευχαριστεί το Θεό; Για την υγεία, για τα πλούσια αγαθά πού σκόρπισε στο σπίτι του, γιατί τον φύλαξε από την αμαρτία; για ποιο ευχαριστεί; Ακούστε τον «Ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και ως ούτος ό τελώνης• νηστεύω δις του Σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι»(έ.ά. 18,11-12). Σ' ευχαριστώ, Θεέ μου, γιατί δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους• δεν αρπάζω τα ξένα πράγματα και χρήματα, δεν είμαι άδικος, δεν είμαι μοιχός, δεν είμαι σαν κι αυτό τον αμαρτωλό τελώνη επί πλέον νηστεύω δύο μέρες τη βδομάδα, κι από τα αγαθά μου δίνω το ένα δέκατο... Την προσευχή αυτή την έκανε στο Θεό; Την έκαμε για τους ανθρώπους, ν' ακούσουν τις αρετές του και να τον θαυμάσουν.

Μετέτρεψε δηλαδή και τη στάση της προσευχής σε βήμα επιδείξεως. Που ή συναίσθηση, που ή κατάνυξη, που ή ταπεινή στάση, που ή συνείδηση της αμαρτωλότητας του και ή εκζήτηση του ελέους του Θεού; Αυτός περιστρέφεται στον εαυτό του. «Δεν είμαι άρπαξ, δεν είμαι άδικος, δεν είμαι μοιχός...». Δεν είσαι αυτά, αλλ είσαι εγωιστής και υπερήφανος. Και στο Θεό περισσότερο μισητή από κάθε άλλο πάθος και κακία είναι ή υπερηφάνεια. Μακάρι να ήσουν άρπαξ άδικος μοιχός, και να μην ήσουν υπερήφανος. Διότι τότε ή ταπείνωση θα σε οδηγούσε σε μετάνοια και έτσι θα είλκυες το έλεος του Θεού.

Ω φαρισαίε' έφυγες φουσκωμένος από το ναό, γιατί κατόρθωσες ν' απόσπασης το θαυμασμό των ανθρώπων σε μακάρισαν και σε έκριναν ως καλόν. Συμφώνησε όμως με την κρίση αυτή και ό Θεός; σου είπε μπράβο ό Θεός; δέχτηκε την προσευχή σου; Τέτοια προσευχή δέ' φτάνει στ' αυτιά του Θεού. Για αυτό ό Χριστός, έχοντας ύπ' όψιν του αυτές τις καταστάσεις, είπε πώς πρέπει να προσευχώμεθα• Θέλεις, άνθρωπε, να επικοινωνήσεις με τον ουρανό; Κλείσου στο ταμείων σου, στην κάμαρα σου, κ' εκεί Ενώπιος ενωπίω πες στο Θεό τα αιτήματα σου (βλ. Ματθ. 6,6). Προσευχές φαρισαϊκές πηγαίνουν χαμένες.

Να λοιπόν πώς, με την υπερηφάνεια, είναι δυνατόν ακόμα και κατά την ώρα της προσευχής ό άνθρωπος να αμαρτήσει φοβερά.

Μα γιατί να μείνουμε με την θλιβερά εικόνα του φαρισαίου; Ό Κύριος στην παραβολή μας παρουσιάζει, στον ίδιο ναό, και την ιδανική εικόνα προσευχομένου ανθρώπου. Εκεί είχαμε έναν εγωιστή και υπερήφανο, εδώ έχουμε ένα ταπεινό και συνετό άνθρωπο. Ποιος είναι αυτός; Ό τελώνης. Εξετάζει κι αυτός τον εαυτό του. Ό φαρισαίος έβλεπε όλο αρετές• ό τελώνης βλέπει όλο αμαρτίες. Από τα χείλη του φαρισαίου έβγαινε ένα ευχαριστώ γεμάτο αυταρέσκεια• από τα χείλη του τελώνη βγαίνει ένα «Ίλάσθητί μοι τω άμαρτωλώ» (έ.ά. 18,13) γεμάτο πόνο καρδιάς. Εκείνος κόμπαζε, τούτος χτυπά τα στήθη του. Εκείνος δεν ένιωθε ποιόν έχει απέναντι του, τούτος νιώθει ότι απέναντι του είναι ό Θεός, ό μόνος άγιος και τέλειος, εκείνος πού ή αρετή του «εκάλυψεν ουρανούς» (Άμβ. 3,3). Νιώθει πώς είναι ένας άθλιος και ελεεινός αμαρτωλός. Ούτε καν τα μάτια του σηκώνει. Πώς τα βλαμμένα μάτια ν' αντικρίσουν τον ήλιο; και πώς ό αμαρτωλός άνθρωπος ν' αντικρίσει τον άγιο Θεό; Πονά, κλαίει, οδύρεται, χτυπά τα στήθη του και φωνάζει• «Ό Θεός, ίλάσθητί μοι τω άμαρτωλώ».

Ω καρδιά ταπεινή, πού κατάλαβες τα ύψη του Θεού, και τη δική σου αθλιότητα! πού δεν ήρθες για επίδειξη, ούτε για ν' απόσπασης το θαυμασμό ανθρώπων, αλλά ήρθες να πεις τον πόνο σου, να εξομολογηθείς την κατάσταση σου, να ζήτησης το έλεος του Θεού και την αγάπη του!

Γι' αυτό ή προσευχή του τελώνη δεν πήγε χαμένη. Θα νόμιζε κανείς, ότι ό άνθρωπος αυτός, σαν αμαρτωλός, δεν θα εισακούετο από το Θεό, αφού όλοι τον περιφρόνησαν και περισσότερο ό φαρισαίος. Ω, ή κρίση των ανθρώπων τις περισσότερες φορές είναι λανθασμένη. Δεν ξέρουμε τι γίνεται στο εσωτερικό της καρδιάς του καθενός. Ή κρίση των ανθρώπων ήταν καταδίκη του τελώνη, ή κρίση όμως του Θεού δικαιώσεις. Οι άνθρωποι τον περιφρόνησαν, μα ό Θεός δέχθηκε την προσευχή του. Ή ταπείνωση του τελώνη είλκυσε την αγάπη του Θεού.

Και σήμερα, αγαπητοί μου, υπάρχουν φαρισαίοι και τελώνες. και σήμερα άνθρωποι έρχονται στην εκκλησία να προσευχηθούν. Πόσοι, όπως ό φαρισαίος, δεν έρχονται με ύφος υπερήφανο, με παράστημα αγέρωχο! Πόσοι καί πόσες δεν κάνουν μεγάλους σταυρούς για να επιδειχθούν. Πόσες δεν έρχονται όχι για να προσευχηθούν, αλλά για να επιδείξουν το φόρεμα, το επανωφόρι, τα βραχιόλια τους, με σκοπό ν' αποσπάσουν το θαυμασμό, να γίνουν θέμα συζητήσεως! Πόσοι δέ' λένε «Σ' ευχαριστούμε, Θεέ, γιατί είμαστε καλύτεροι άπ' τους άλλους»! Πόσοι δέ' λένε, ότι Εγώ είμαι καλός χριστιανός! Άλλ' υπάρχουν πάντοτε και οι τελώνες. Εκείνη ή γερόντισσα, πού κάθεται στη γωνιά της εκκλησίας καί με συντετριμμένη καρδιά λέει, Παναγία μου σώσε με, στον τελώνη μοιάζει. Ω άγιες ψυχές!

Απευθύνομαι στους φαρισαίους. φαρισαίοι της εποχής μας, μην επαναπαύεστε στο τι λένε οι άνθρωποι για σας. Εξετάστε τον εαυτό σας, μήπως ό όφις της υπερηφάνειας σας δάγκασε καί νοσείτε. Εξετάστε να δείτε αν ό Θεός είναι μαζί σας. Και αν όχι, κλάψτε, πενθήστε και πέστε κ' εσείς «Ίλάσθητί ημίν τοις αμαρτωλοίς», για να δικαιωθείτε. Διότι ουδείς αναμάρτητος. Σε όσα ύψη αρετής και αν φθάσετε, σε κάτι θα υστερείτε. Για αυτό ταπεινωθείτε ενώπιον του Θεού, για να σας ύψωση (βλ. Ίακ. 4,10' Α' Πέτρ. 5,6). Διότι ό Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» (Παροιμ. 3,34' Ίακ. 4,6' Α' Πέτρ. 5,5).

Επίσκοπος Αυγουστίνος
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία η οποία έγινε σε Ι. Ναό των Αθηνών την 2-2-1958.
καταγραφή και σύντμησης 20-02-2005


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 21 Φεβρουαρίου 2016 (Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου) -ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΗ' 10-14


Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. Ο Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανόν ἐπᾶραι, ἀλλ’ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.

Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα
“Δυο άνθρωποι ανέβησαν στο ιερόν να προσευχηθούν, ο ένας Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης. Ο Φαρισαίος εστάθη επιδεικτικώς δια να προκαλή εντύπωσιν· και δια να δοξάση τον ευατόν του, αυτά προσηύχετο· Σε ευχαριστώ, Θεε μου, διότι δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί η και ωσάν αυτός ο τελώνης. Εγώ νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, Δευτέρα και Πεμπτην, δίδω το δέκατον από όλα γενικώς όσα αποκτώ. Εγώ είμαι ενάρετος. Και ο τελώνης, που εστέκετο κάπου μακρυά από το θυσιαστήριον, δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώση στον ουρανόν, αλλ' εκτυπούσε το στήθος του λέγων· Θεε μου, σπλαγχνίσου με τον αμαρτωλόν και συγχώρησέ με. Σας διαβεβαιώνω, ότι αυτός ο περιφρονημένος από τον Φαρισαίον τελώνης κατέβηκε στο σπίτι του με συγχωρημένας τας αμαρτίας του, αθώος και δίκαιος ενώπιον του Θεού, παρά ο Φαρισαίος εκείνος. Διότι κάθε ένας που υψώνει τον ευατόν του, θα ταπεινωθή από τον Θεόν και θα καταδικασθή, ενώ εξ αντιθέτου εκείνος που ταπεινώνει τον ευατόν του θα υψωθή και θα δοξασθή από τον Θεόν”.
http://www.saint.gr/

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Η Ποιμαντική Σκέψη της Εβδομάδος
Επιμέλεια-Σύνταξη:π.Βασίλειος Χριστοδούλου
Παρακαλώντας τον Θεό
Εάν παρακαλέσεις τον Θεό για κάποιο πράγμα και δεν εισακουσθείς αμέσως, μην λυπηθείς, διότι εσύ δεν είσαι σοφότερος του Θεού. Αυτό συνέβη διότι είτε εσύ είσαι ανάξιος της επίτευξης του αιτήματός σου ή διότι οι δρόμοι της καρδιάς σου δεν είναι ανάλογοι με το μέγεθος του αιτήματός σου, αλλά δυσανάλογα μικροί, ή διότι δεν έφθασες ακόμα σε τέτοια μέτρα, ώστε να σου δοθεί εκείνο το χάρισμα για το οποίο παρακάλεσες. Καθ΄ ότι δεν πρέπει να ζητάμε μεγάλα πράγματα για τον εαυτό μας πριν τον κατάλληλο καιρό, για να μην ευτελιστεί το χάρισμα του Θεού με την επιπόλαιη χρήση του. Διότι κάθε πράγμα που κερδίζεται εύκολα και χωρίς κόπο, χάνεται και εύκολα, αλλά ό,τι αποκτάται με πόνο καρδιάς, το φυλάγουμε με μέγιστη προσοχή.
Δίψασε τον Χριστό για να σε μεθύσει με την αγάπη Του. Γίνε ελεύθερος και δείξε στον Χριστό την ελευθερία της υπακοής σου. Αγάπησε την ταπείνωση σε κάθε τι που κάνεις. Μην προσπαθείς να αποφύγεις τις θλίψεις και τις στεναχώριες, διότι διαμέσου αυτών έρχεσαι σε επίγνωση της Αλήθειας. Μην δειλιάζεις μπροστά στους πειρασμούς, διότι διαμέσου αυτών βρίσκεις τα πολύτιμα.
  • Και εγώ Του είπα: Αν και είμαι αρχάριος γεύομαι πειρασμούς προοδευμένων στην πίστη ανδρών
  • Και Εκείνος πάλι μου είπε: Έτσι θέλησε ο Θεός, για να σε κάνει σοφό
  • Και ‘γω Του είπα: Πώς θα με κάνει σοφό; Εγώ κάθε μέρα γεύομαι του θανάτου.
  • Και Εκείνος αμέσως μου απάντησε: Σ΄ αγαπώ! Σώπασε...

Αγ. Ισαάκ ο Σύρος

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

ΟΤΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΑ...

ΟΤΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΑ...
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 14 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2016

ΙΖ΄ Ματθαίου: Ματθ. ιε΄ 21-28
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐξῆλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου ᾿Ισραήλ. ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. τότε ἀποκριθεὶς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.
ΟΤΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΑ...
«Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον»
    Εἶναι κάποιες φορὲς πού, ἐνῶ προσευ­χό­μαστε θερμὰ στὸ Θεό, φαίνεται ὅτι δὲν ἀπαντᾶ. Γιατί ἄ­­­ραγε;
    Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ μᾶς δίνει τὴν ἀ­­πάντη­ση ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή. Μιὰ πονεμένη μάννα, μιὰ Χαναναία – κάτοικος γει­τονικῆς εἰδωλολατρικῆς χώρας – πλησίασε τὸν Κύριο Ἰησοῦ καὶ φώναξε δυνατά:
    –Κύριε, λυπήσου μέ! Ἡ κόρη μου ὑπο­φέρει φρικτὰ ἀπὸ δαιμόνιο...
    Ὁ Κύριος ὅμως «οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λό­γον». Δὲν τῆς ἔδωσε καμία ἀπάντηση. Ἀλ­­λὰ καὶ στὶς δικές μας ἱκετευτικὲς δεήσεις ὁ Κύριος κάποτε φαίνεται ὅτι δὲν ἀπαντᾶ. Για­τί ἄραγε; Ἂς δοῦμε κάποιους λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους οἱ προσευχές μας μένουν ἀναπάντητες.
1. ΓΙΑ ΝΑ ΔΟΚΙΜΑΣΕΙ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ
    Ἴσως ὁ Θεὸς κάποτε δὲν ἀπαντᾶ στὶς προσευχές μας γιὰ νὰ δοκιμάσει τὴν πίστη­ μας. Ἂν ἐπιμείνουμε στὴν προσευχή, αὐτὸ εἶ­ναι μία ἀπόδειξη ὅτι τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλ­πίδα μας τὴ στηρίζουμε στὸν παντοδύνα­μο Θεό. Αὐτὸ ἔκανε καὶ ἡ Χαναναία τοῦ ση­μερινοῦ Εὐαγγελίου. Ἐνῶ ὁ Κύριος­ δὲν τῆς ἀπαντοῦσε, αὐτὴ συνέχιζε νὰ Τὸν πα­ρακαλεῖ. Κι ὅταν ἀκόμη ὁ Κύριος τῆς μί­λησε μὲ λόγο ἀρνη­­τικὸ γιὰ κά­θε βοή­θεια, ἐκείνη δὲν παραι­τήθηκε. Ἐπέ­μεινε καὶ τελικὰ κατόρθωσε νὰ λάβει­ αὐ­τὸ ποὺ ζη­­τοῦ­­σε καὶ παράλληλα νὰ ἀποσπάσει ἕνα σπουδαῖο ἐγκώμιο ἀπὸ τὸν Κύριο: «ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις!». Μὲ τὴ φαινομενικὴ ἀδιαφορία τοῦ Κυρίου δοκιμάστηκε ἡ πίστη τῆς Χαναναίας καὶ ἔ­­­λαμψε σὰν ἀστραφτερὸ διαμάντι, γιὰ νὰ γί­νει ὑπόδειγμα γιὰ ὅλους μας. Ἄραγε ἐ­­­μεῖς ἔχουμε ἐμπιστοσύνη ἀκλόνητη στὴ Θεία Πρόνοια ἢ εἴμαστε εὔκολοι νὰ παραι­τηθοῦμε μὲ τὴν πρώτη δυσκολία; Ὁ Κύριος μᾶς ζητᾶ πίστη σταθερὴ καὶ ἀταλάντευτη. Καὶ ὅταν δὲν ἀπαντᾶ στὶς προσευχές μας, θέλει νὰ μᾶς δοκιμάσει καὶ νὰ μᾶς βο­ηθήσει νὰ καλλιεργήσουμε αὐτὴ τὴν ἀξιο­θαύμαστη πίστη τῆς Χαναναίας.
2. ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
    Οἱ δυσκολίες καὶ οἱ θλίψεις γίνονται ἀ­­φορμὴ γιὰ νὰ καταφύγουμε στὸν φιλάνθρωπο Θεὸ καὶ νὰ ζητήσουμε τὴ βοήθειά του. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι αὐτὲς τὶς δύσκολες ὧρες γίνονται οἱ πιὸ θερμὲς προσευχές! Ἡ ψυχὴ προσεύχεται μὲ πίστη καὶ ἀφοσίωση, μὲ δάκρυα καὶ ἀγωνία. Ἂν ὅμως ὁ Θεὸς μᾶς δώσει ἀμέσως αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε, ὑ­­­πάρ­χει τὸ ἐνδεχόμενο νὰ σταματήσουμε τὴν προσευχή. Νὰ λάβουμε τὸ δῶρο καὶ νὰ ξεχάσουμε τὸν Δωρεοδότη. Καὶ τότε τὸ δῶ­ρο ποὺ λάβαμε εἶναι πολὺ μικρότερο σὲ σύγκριση μὲ τὴ ζημιὰ ποὺ πάθαμε! Διότι δὲν ὑπάρχει τίποτα χειρότερο ἀπὸ τὸ νὰ διακόψουμε τὴν ἐπικοινωνία μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ φύγουμε ἀπὸ κοντά του!
    Μήπως λοιπὸν τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κύριος δὲν μᾶς δίνει ἀμέσως αὐτὸ ποὺ Τοῦ ζητᾶμε, εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον μας; Δὲν εἶναι ἕνας τρόπος γιὰ νὰ μάθουμε νὰ ἐπι­κοινωνοῦμε μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ παρα­μέ­νουμε κοντά του ἐξαρτώντας ἀπὸ Αὐτὸν κάθε ὑπόθεση τῆς ζωῆς μας; Αὐτὸ ἀκρι­βῶς τονίζει καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: «Νὰ μὴ λέγεις, ὅ­­­ταν γιὰ πολὺ και­ρὸ προσεύχεσαι χωρὶς νὰ παίρνεις αὐτὸ ποὺ ζητεῖς, πὼς δὲν κατόρθωσες τίποτε, δι­ότι ἤδη κάτι σπουδαῖο κατόρθωσες· διό­­τι ποιὸ ἀνώτερο ἀγαθὸ ὑ­­­πάρχει ἀπὸ τὴν προσκόλληση στὸν Κύριο καὶ ἀπὸ τὴ συ­ν­ε­χὴ παραμονὴ στὴν ἕνωση μαζί του;» (Κλῖ­μαξ, Λόγος ΚΗ΄, 33).
3. ΓΙΑ ΝΑ ΠΛΟΥΤΙΣΟΥΜΕ ΣΕ ΑΡΕΤΕΣ ΚΑΙ ΧΑΡΗ ΘΕΟΥ
    Πολλὲς φορὲς δὲν παίρνουμε αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεό, ὡστόσο ὠφε­­λούμαστε μὲ ἄλλο τρόπο. Μπορεῖ νὰ πε­ρι­μένει κανεὶς χρόνια ὁλόκληρα γιὰ νὰ δεῖ νὰ ἀλλάζει ὁ δύστροπος σύζυγος, νὰ ἐ­­­­πιστρέφει τὸ παραστρατημένο παιδί,­ νὰ θεραπεύεται ὁ ἄρρωστος· κι ὅμως ὅλο αὐ­­τὸ τὸ διάστημα δὲν πηγαίνει χαμένο.­ Τὸ ἀν­τίθετο μάλιστα. Ἡ περίοδος τῆς φαινο­με­­νικῆς σιωπῆς τοῦ Θεοῦ τελικὰ ἀπο­­δει­­κνύεται ὡς ἡ πιὸ γόνιμη περίοδος τῆς ζωῆς μας. Διότι μέσα ἀπὸ τὴ δοκιμασία αὐξά­νει ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλπίδα μας στὸν Θεό, ­κα­ταρ­τι­ζό­μαστε στὴν ὑπομονὴ καὶ στὴν τα­πείνω­ση, ὁδηγούμαστε στὴ μετάνοια.­ Καὶ ἀκόμα αἰσθανόμαστε ἐντονότερα τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ ποὺ μᾶς ἐνισχύει γιὰ νὰ ἀντιμετωπί­σουμε τὸ κάθε πρόβλημα. Εἶ­ναι χαρακτηριστι­κὸ τὸ παράδειγμα τοῦ ἀ­­­πο­στό­λου Παύλου ὁ ὁποῖος παρακάλεσε ἐπανειλημμέ­νως τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ χρόνια ἀσθένεια ποὺ τὸν βασάνιζε, ἀλλ’ ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε: «Ἀρ­κεῖ σοι ἡ χάρις μου». Σοῦ εἶναι ἀρκετὴ ἡ χάρις μου, μὲ τὴν ὁποία σὲ ἐνισχύω (Β΄ Κορ. ιβ΄ 9). Καὶ πράγματι! Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ μεγάλος Ἀπόστολος ξεπερνοῦσε τὶς δυσκολίες τῆς ἀσθένειας καὶ συνέχιζε ἀνεπηρέαστος τὸ θαυμαστὸ ἀποστολικό του ἔργο. 
    Ἑπομένως, κι ὅταν ὁ Θεὸς δὲν ἀπαντᾶ στὶς προσευχές μας, ἐμεῖς ὠφελούμαστε, καὶ μάλιστα πολλαπλά. Ἐνῶ νομίζουμε ὅτι δὲν μᾶς ἀπαντᾶ, Ἐκεῖνος μᾶς ἐπισκέπτε­ται μὲ πλούσια ἔκχυση θείας Χάριτος. Λοιπὸν ἂς μὴν ἀπελπιζόμαστε κι ἂς μὴν ἀ­­­­ποκάμνουμε προσευχόμενοι. Ὁ φιλάν­θρω­πος Κύριος ὡς στοργικὸς Πατέρας πρόθυμα δέχεται τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρ­­διᾶς μας καὶ μᾶς ἀπαντᾶ ἀνάλογα μὲ τὸ ἀληθινό, τὸ αἰώνιο συμφέρον μας. Ἂς Τοῦ ἐμπιστευθοῦμε ὁ­­­λόκληρη τὴ ζωή μας. Ἐκεῖνος γνωρίζει.

Πηγη: " Ο Σωτηρ"

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

ΝΕΑ ΟΜΙΛΙΑ!!

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ
ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΕΜΕΣΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 7 Φεβρουαρίου 2016 (Ἡ παραβολὴ τῶν ταλάντων) - ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΚΕ´ 14 - 30

Σὲ καθέναν ποὺ ἔχει,
θὰ τοῦ δοθεῖ
μὲ τὸ παραπάνω
καὶ θά ᾿χει περίσσευμα·
ἐνῶ ἀπ᾿ ὅποιον δὲν ἔχει,
θὰ τοῦ πάρουν
καὶ τὰ λίγα ποὺ ἔχει.


Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ῎Ανθρωπός τις ἀποδημῶν ἐκάλεσε τοὺς ἰδίους δούλους καὶ παρέδωκεν αὐτοῖς τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, καὶ ᾧ μὲν ἔδωκε πέντε τάλαντα, ᾧ δὲ δύο, ᾧ δὲ ἕν, ἑκάστῳ κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν, καὶ ἀπεδήμησεν εὐθέως. Πορευθεὶς δὲ ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν εἰργάσατο ἐν αὐτοῖς καὶ ἐποίησεν ἄλλα πέντε τάλαντα. ῾Ωσαύτως καὶ ὁ τὰ δύο ἐκέρδησε καὶ αὐτὸς ἄλλα δύο. ῾Ο δὲ τὸ ἓν λαβὼν ἀπελθὼν ὤρυξεν ἐν τῇ γῇ καὶ ἀπέκρυψε τὸ ἀργύριον τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Μετὰ δὲ χρόνον πολὺν ἔρχεται ὁ κύριος τῶν δούλων ἐκείνων καὶ συναίρει μετ᾿ αὐτῶν λόγον. Καὶ προσελθὼν ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν προσήνεγκεν ἄλλα πέντε τάλαντα λέγων· Κύριε, πέντε τάλαντά μοι παρέδωκας· ἴδε ἄλλα πέντε τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ᾿ αὐτοῖς. ῎Εφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου. Προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὰ δύο τάλαντα λαβὼν εἶπε· Κύριε, δύο τάλαντά μοι παρέδωκας· ἴδε ἄλλα δύο τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ᾿ αὐτοῖς. ῎Εφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου. Προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὸ ἓν τάλαντον εἰληφὼς εἶπε· Κύριε, ἔγνων σε ὅτι σκληρὸς εἶ ἄνθρωπος, θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας· καὶ φοβηθεὶς ἀπελθὼν ἔκρυψα τὸ τάλαντόν σου ἐν τῇ γῇ· ἴδε ἔχεις τὸ σόν. ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ κύριος αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· Πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ! ᾔδεις ὅτι θερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα καὶ συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα! ἔδει οὖν σε βαλεῖν τὸ ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις, καὶ ἐλθὼν ἐγὼ ἐκομισάμην ἂν τὸ ἐμὸν σὺν τόκῳ. ῎Αρατε οὖν ἀπ᾿ αὐτοῦ τὸ τάλαντον καὶ δότε τῷ ἔχοντι τὰ δέκα τάλαντα. Τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται, ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ· καὶ τὸν ἀχρεῖον δοῦλον ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Ταῦτα λέγων ἐφώνει· ῾Ο ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω.

Απόδοση σε απλή γλώσσα
Εἶπε ὁ Κύριος αὐτὴ τὴν παραβολή· «῾Η βασιλεία τοῦ Θεοῦ μοιάζει μ᾿ ἕναν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος, φεύγοντας γιὰ ταξίδι, κάλεσε τοὺς δούλους του καὶ τοὺς ἐμπιστεύτηκε τὰ ὑπάρχοντά του. Σ᾿ ἄλλον ἔδωσε πέντε τάλαντα, σ᾿ ἄλλον δύο, σ᾿ ἄλλον ἕνα, στὸν καθένα ἀνάλογα μὲ τὴν ἱκανότητά του, κι ἔφυγε ἀμέσως γιὰ τὸ ταξίδι. Αὐτὸς ποὺ ἔλαβε τὰ πέντε τάλαντα, πῆγε καὶ τὰ ἐκμεταλλεύτηκε καὶ κέρδισε ἄλλα πέντε. Κι αὐτὸς ποὺ ἔλαβε τὰ δύο τάλαντα, κέρδισε ἐπίσης ἄλλα δύο. ᾿Εκεῖνος ὅμως ποὺ ἔλαβε τὸ ἕνα τάλαντο, πῆγε κι ἔσκαψε στὴ γῆ καὶ ἔκρυψε τὰ χρήματα τοῦ κυρίου του.  ῞Υστερα ἀπὸ ἕνα μεγάλο χρονικὸ διάστημα, γύρισε ὁ κύριος ἐκείνων τῶν δούλων καὶ ἔκανε λογαριασμὸ μαζί τους. Παρουσιάστηκε τότε ἐκεῖνος ποὺ εἶχε λάβει τὰ πέντε τάλαντα καὶ τοῦ ἔφερε ἄλλα πέντε. “Κύριε”, τοῦ λέει, “μοῦ ἐμπιστεύτηκες πέντε τάλαντα· κοίτα, κέρδισα μ᾿ αὐτὰ ἄλλα πέντε”. ῾Ο κύριός του τοῦ εἶπε· “εὖγε, καλὲ καὶ ἔμπιστε δοῦλε! ᾿Αποδείχτηκες ἀξιόπιστος στὰ λίγα, γι᾿ αὐτὸ θὰ σοῦ ἐμπιστευτῶ πολλά. ῎Ελα νὰ γιορτάσεις μαζί μου”. Παρουσιάστηκε κι ὁ ἄλλος μὲ τὰ δύο τάλαντα καὶ τοῦ εἶπε· “κύριε, μοῦ ἐμπιστεύτηκες δύο τάλαντα· κοίτα, κέρδισα ἄλλα δύο”. Τοῦ εἶπε ὁ κύριός του· “εὖγε, καλὲ καὶ ἔμπιστε δοῦλε! ᾿Αποδείχτηκες ἀξιόπιστος στὰ λίγα, γι᾿ αὐτὸ θὰ σοῦ ἐμπιστευτῶ πολλά. ῎Ελα νὰ γιορτάσεις μαζί μου”. Παρουσιάστηκε κι ἐκεῖνος ποὺ εἶχε λάβει τὸ ἕνα τάλαντο καὶ τοῦ εἶπε· “κύριε, ἤξερα πὼς εἶσαι σκληρὸς ἄνθρωπος. Θερίζεις ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔσπειρες καὶ συνάζεις καρποὺς ἐκεῖ ποὺ δὲν φύτεψες. Γι᾿ αὐτὸ φοβήθηκα καὶ πῆγα κι ἔκρυψα τὸ τάλαντό σου στὴ γῆ. ῾Ορίστε τὰ λεφτά σου”. ῾Ο κύριός του τοῦ ἀποκρίθηκε· “δοῦλε κακὲ καὶ ὀκνηρέ, ἤξερες πὼς θερίζω ὅπου δὲν ἔσπειρα, καὶ συνάζω καρποὺς ἀπ᾿ ὅπου δὲν φύτεψα! Τότε ἔπρεπε νὰ βάλεις τὰ χρήματά μου στὴν τράπεζα, κι ἐγὼ ὅταν θὰ γυρνοῦσα πίσω θὰ τὰ ἔπαιρνα μὲ τόκο. Πάρτε του, λοιπόν, τὸ τάλαντο καὶ δῶστε το σ᾿ αὐτὸν ποὺ ἔχει τὰ δέκα τάλαντα. Γιατὶ σὲ καθέναν ποὺ ἔχει, θὰ τοῦ δοθεῖ μὲ τὸ παραπάνω καὶ θά ᾿χει περίσσευμα· ἐνῶ ἀπ᾿ ὅποιον δὲν ἔχει, θὰ τοῦ πάρουν καὶ τὰ λίγα ποὺ ἔχει. Κι αὐτὸν τὸν ἄχρηστο δοῦλο πετάξτε τον ἔξω στὸ σκοτάδι. ᾿Εκεῖ θὰ κλαῖνε, καὶ θὰ τρίζουν τὰ δόντια’’». ᾿Αφοῦ τὰ εἶπε ὅλα αὐτά, πρόσθεσε μὲ ἔμφαση· «῞Οποιος ἔχει αὐτιὰ γιὰ ν᾿ ἀκούει ἂς τὰ ἀκούει».